διαμενεῖ

διαμένω
continue
fut ind mid 2nd sg (attic epic doric ionic)
διαμένω
continue
fut ind act 3rd sg (attic epic doric ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαμένει — διαμένω continue pres ind mp 2nd sg διαμένω continue pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατοικία — Κάθε φυσικό καταφύγιο ή τεχνητό κτίσμα, όπου διαμένει ο άνθρωπος μόνιμα ή προσωρινά. Οι τύποι κ. διαφέρουν ανάλογα με τη γεωγραφική περιοχή και τις ιστορικές περιόδους και εξαρτώνται από πολυάριθμους παράγοντες, σπουδαιότεροι από τους οποίους… …   Dictionary of Greek

  • οικότροφος — η, ο (Α οικότροφος, ον) νεοελλ. 1. αυτός που ζει και τρέφεται σε ξένο σπίτι επί πληρωμή 2. (για μαθητή) αυτός που διαμένει και τρέφεται στο σχολείο στο οποίο φοιτά, εσωτερικός αρχ. αυτός που διαμένει και τρέφεται στο σπίτι. [ΕΤΥΜΟΛ. < οἶκος +… …   Dictionary of Greek

  • παρεπίδημος — η, ο / παρεπίδημος, ον, ΝΑ αυτός που διαμένει πρόσκαιρα σε ξένο τόπο. [ΕΤΥΜΟΛ. < παρ(α) * + ἐπίδημος «αυτός που διαμένει σε κάποιο τόπο»] …   Dictionary of Greek

  • Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής — Επίσημη ονομασία: Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής Συντομευμένη ονομασία: ΗΠΑ (USA) Έκταση: 9.629.091 τ. χλμ Πληθυσμός: 278.058.881 κάτ. (2001) Πρωτεύουσα: Ουάσινγκτον (6.068.996 κάτ. το 2002)Κράτος της Βόρειας Αμερικής. Συνορεύει στα Β με τον… …   Dictionary of Greek

  • оста˫ати — ОСТА|˫АТИ (9), Ю, ѤТЬ гл. 1.Оставлять: и тако остають. бл҃жны˫а надежа. и званы˫а [вм. звани˫а?] х(с)ва свершень˫а. ПНЧ к. XIV, 26а. 2. Оставаться: нъ и ты б҃аты ѹмреши. и остаѥть домъ твои. (μένει) СбТр XII/XIII, 15 об.; Сѣ˫аньемъ решетънымъ… …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • MELILOTUS — in Attica laudatissimus, ubique nascitur in asperis et silvestribus et plurimi olim ad coronas usus apud Veteres fuit, quibus expetebatur non flore tantum, sed etiam foliis brevissimis et pinguissimis. Unde et Sertulae Campanae nomen apud Latinos …   Hofmann J. Lexicon universale

  • PARALUS — I. PARALUS Clazomenarum, urbis Ioniae Asiaticae, conditor; quae prius Gryna nominata, vicina Colophoni, unde et Apollo Gryneus dictus est, quod ibi Oraculum eius esset, postea Clazomenae appellari coepit, Vide Strabonem l. 13. Plin. l. 5. c. 30.… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • SARDINIA — insul. et regnum in mari Ligustico, a variis habitata populis, tandem a Poenis occupata est, quibus tamen illam Romani eripuerunt. A Saracenis postmodum capta, inde a Pipino eiectis, A. C. 809. diu Pisanis et Genuensibus contentionis argumentum… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • Αιγιεύς — Αἰγιεὺς ( έως), ο (Α) [Αἴγιον] 1. αυτός που κατάγεται από το Αίγιο ή διαμένει εκεί 2. παροιμ. «Αἰγιέες οὔτε τρίτοι οὔτε τέταρτοι» (Ζηνόβ. 1, 48) για τους ανθρώπους που δεν έχουν καμιάν αξία 3. στη Μυκηναϊκή η λ. απαντά σε πινακίδα τής Πύλου ως… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.